Monday, November 09, 2009

Francis Ford Coppola goes CINEMaD [05/11/09]

Thursday, November 05, 2009

Μεταφυσική Δραστηριότητα [1/5]

Ζευγάρι παρενοχλείται από κακοδιάθετο πνεύμα και επιχειρεί να βιντεοσκοπήσει τις νυχτερινές δραστηριότητές του, πατώντας rec σε κάμερα που τοποθετεί στην κρεβατοκάμαρα.

«Don’t see it alone», λέει το tag line της «Μεταφυσικής Δραστηριότητας». Και θα συμφωνήσω. Γιατί χωρίς μεγαλόφωνα σχόλια «γαλαρίας» και κανιβαλισμό με παρέα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πάθεις ότι συμβαίνει στο ζευγάρι των πρωταγωνιστών, στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: να κοιμηθείς!

Δίχως ίχνος καλλιτεχνικής αξίας, με μέσα που κάνουν το οποιοδήποτε home video που μπορείς να βρεις στο youtube να μοιάζει με την πτυχιακή του ------------- (συμπλήρωσε το κενό με τον genious σκηνοθέτη της αρεσκείας σου) και τον «τρόμο» (λέμε τώρα...) να πηγάζει από πόρτες και φωτιστικά που κουνιούνται, το πέρασμα μιας σκιάς ή ένα σεντόνι που αψηφά τους νόμους της βαρύτητας, ο Όρεν Πέλι δημιούργησε τη μεγαλύτερη απάτη της δεκαετίας, κοπιάροντας βήμα - βήμα (και ξεδιάντροπα, προφανώς) το «Blair Witch Project», ενώ το ίδιο, δοκιμασμένο marketing campaign έκανε τους Αμερικανούς να ουρλιάζουν στα ταμεία και τις αίθουσες, οδηγώντας το φιλμ σε δυσθεώρητα ύψη εισπρακτικής επιτυχίας. Ακόμη πιο... τρομακτικό, δε, είναι το budget της ταινίας. Γιατί 11.000 δολάρια; Τι κόστισε τόσο; Η ενοικίαση της κάμερας; Οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού κομπάρσοι; Η καθαρίστρια που ήρθε μετά το πέρας των γυρισμάτων να κάνει τα πατώματα;

Το final cut επιμελήθηκε για λογαριασμό της Paramount ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, τσιτώνοντας τα sound effects και αλλοιώνοντας το αρχικό φινάλε προς όφελος ενός in your face «μπου», που (ξανά) κατακλέβει - ή σχεδόν διακωμωδεί - εκείνο της μάγισσας του Μπλερ και σ’ αφήνει με το στόμα ανοιχτό για το θράσος και τη διάθεση αισχροκέρδειας αυτών των ανθρώπων. Περιέργως, μεγάλη μερίδα της αμερικανικής κριτικής έπεσε με τα μούτρα σε αμπελοφιλοσοφίες περί της δύναμης υποβολής του φόβου από αυτό που δεν βλέπεις, το άγνωστο, το σκοτάδι και... αν ρωτάς κι εμένα, την παντελή απουσία του σεξ από την κρεβατοκάμαρα του ζευγαριού (!). Προβλέπω να γίνομαι Παζούζου με το sequel…

Paranormal Activity [2007] / για το CINEMaD & το mftm

Monday, November 02, 2009

Γιώργος Λάνθιμος. Για τον «Κυνόδοντα». Μέρος Β. [CINEMaD, 29/10/09]

Friday, October 30, 2009

Γιώργος Λάνθιμος. Για τον «Κυνόδοντα». Μέρος Α. [CINEMaD, 22/10/09]

Thursday, October 22, 2009

Κυνόδοντας [5/5]

Ένας πατέρας. Μια μητέρα. Τρία παιδιά. Κι ένας ψηλός φράχτης.

Ξέχνα την έννοια της σύνοψης για ένα έργο. Ξέχνα το χώρο και το χρόνο. Ξέχνα τη μητρική σου γλώσσα. Ξέχνα όσα συμβαίνουν γύρω σου ή έξω από τέσσερις τοίχους. Κράτα την ανάμνηση του πρότυπου επιμόρφωσης για κάθε ρόλο μας σε τούτη την κοινωνία. Λέγεται οικογένεια. Είναι το μοναδικό πράγμα που ισχύει και στον κόσμο του «Κυνόδοντα».

Δε χρειάζεται να περάσει αρκετή ώρα για ν’ αφοσιωθείς σ’ αυτό τον καινούριο κόσμο. Τα πράγματα, αρχικά, δείχνουν ευχάριστα. Τα παιδιά ψυχαγωγούνται ή αθλούνται διαρκώς, η κάθε νέα λέξη που μαθαίνουν για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους έχει μια εντελώς λάθος επεξήγηση (η οποία ηθελημένα προκαλεί το γέλιο του θεατή), ο γιος έχει το δικό του σεξουαλικό παιχνίδι στο πρόσωπο της Χριστίνας, που δουλεύει security στο εργοστάσιο του πατέρα, ενώ οι δύο αδελφές του εντρυφούν σε διάφορες μορφές τρυφερού... γλειψίματος. Είναι, δηλαδή, προφανές πως κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή την οικογένεια. Καθώς αποκαλύπτονται όλο και περισσότερες αρχές που αφορούν σε συμπεριφορές και συνύπαρξη αποκλειστικά και μόνο εντός της οικίας της, εγκαταλείπουμε τις όποιες προβλέψιμες συγκρίσεις μ’ ένα μπουνιουελικό, σουρεαλιστικό σύμπαν που αστειεύεται στην παραμικρή έμφαση αλληγορίας και αφηνόμαστε στο παρθένο μονοπάτι της κινηματογραφικής εμπειρίας που πλάθει ο Γιώργος Λάνθιμος, αναζητώντας κατά διαστήματα μια συγγένεια με την κοινή λογική, το ανθρώπινα βιωμένο και τα όποια κοινωνικά στερεότυπα. Ανάλογα με την επαφή που θα έχετε με όλα αυτά, έτσι και θα αποκωδικοποιήσετε τον «Κυνόδοντα».

Κανείς δε σκοπεύει να εξουδετερώσει το υποκειμενικό σε τούτο το φιλμ. Οι προοπτικές απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση. Ο «Κυνόδοντας» μπορεί να είναι ένα κλινικά ψυχρό έργο για τη φρίκη του θεσμού της οικογένειας, που δεν τολμά ν’ ακουμπήσει το θέμα του με ρεαλιστικό τρόπο για να μην επιτρέψει την ταύτιση, να μην ανοίξει τα δικά σου τραύματα «ιδρυματισμού» από το παρελθόν του εγκλεισμού σου εκεί. Μπορεί να εκφράζει την άρνηση απέναντι στη διαιώνιση των ευθυνών και ρόλων ενός οικογενειάρχη on the making, ο οποίος επιλέγει την οδό ενός ψυχαναγκαστικού θρίλερ. Μπορεί να είναι ένα οριακά μελλοντολογικό σχόλιο πάνω στη φυγή και την απομόνωση από οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό που πρώτα δημιουργήσαμε και εξαπλώσαμε σαν τέρας κι ύστερα κρυφτήκαμε μακριά του, σα μοναδική επιλογή σωτηρίας και ασφάλειας. Μπορεί να είναι μια νοσηρή φαντασία, πέρα από το ευκόλως εννοούμενο και ορατό, όπου κανείς δεν είναι μέλος μιας πραγματικής οικογένειας και οι υποτιθέμενοι γονείς απάγουν και μεγαλώνουν υπό τους δικούς τους νόμους και ψυχώσεις αυτιστικά όντα που στα δικά μας μάτια μοιάζουν με εικοσάχρονα, μα, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ανήλικα παιδιά. Μπορεί να είναι ένα βουνό από σενάρια πιθανοτήτων, τόσο ανοιχτά όσο και το φινάλε του, που θέλει να σου κλείσει το μάτι με αισιοδοξία ή να τραβήξει από τα ρουθούνια σου όσο οξυγόνο έχεις για να παραμείνεις στη ζωή.

Όπως κι αν «τη δεις», η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου βρίσκει συχνότερα τα σύνορά της με το χώρο του φανταστικού, με ήρωες δίχως ονόματα, χθες, αύριο, τόπο και χρόνο, που με τη μορφή ανθρώπου και σε ρόλους γονέων και παιδιών ξέμειναν σε μια ιδανικά περιφραγμένη no man’s land, έξω από την οποία είσαι έρμαιο φρικτότερων κακών, όπως τα λυσσαλέα νύχια και δόντια του ανθρωποφάγου είδους της... γάτας! Προσωπικά, δε θέλω να πιστέψω σε τίποτε... κανονικό. Απλά, την κάθε φορά που θα παρακολουθώ ξανά τον «Κυνόδοντα», θα επιδιώκω ένα ολοκληρωτικό disconnect με το εγώ κι όσα εκείνο κουβαλάει, μεγαλώνοντας μαζί μ’ αυτή την οικογένεια, σαν δυσλειτουργικό μέλος της κοινωνίας της μεγάλης οθόνης.

Πέρα από την εξαιρετική πρωτοτυπία και τα ευρήματα του σεναρίου που υπογράφει ο Λάνθιμος μαζί με τον Ευθύμη Φιλίππου, τις γεωμετρικές συμφωνίες και τις late seventies αισθητικές εμμονές του σκηνοθέτη, τις καλοκουρδισμένες, σχεδόν στεγνές από συναίσθημα ερμηνείες από το σύνολο του καστ, μια παράξενα εκτυφλωτική γύμνια στο φως και τα χρώματα του Θύμιου Μπακατάκη (respect!) και τη σοφή μη χρήση score επικάλυψης, ο «Κυνόδοντας», ουσιαστικά, είναι αυτό που θα βρεις μέσα στο κεφάλι σου. Είναι αυτό που θα αναπνεύσει, θα σε απελευθερώσει ή θ’ απλώσει μέσα σου τη μαυρίλα ενός καρκίνου που θα σε κάνει να εύχεσαι να φύγεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τούτη τη ζωή. Μαζί, όμως, είναι και η καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Που μπορεί ν’ αντέξει ακόμη και χωρίς την ταυτότητά της. Γιατί είναι ΣΙΝΕΜΑ.

Dogtooth [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Thursday, October 08, 2009

Once in a Lifetime [1 ½/5]

Ένα ντοκιμαντέρ για την προσωπικότητα και την επίδραση που είχε/έχει ο Γιάννης Πετρίδης στο ξένο ρεπερτόριο στην Ελλάδα; Ή μια απόπειρα απαρίθμησης των βασικών σταθμών και μετεξελίξεων στο rock’n’roll, παράλληλα με κοινωνικοπολιτικές μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό τοπίο;

«And you may ask yourself, well, how did I get here?», είναι η ακριβώς επόμενη και προφανής ερώτηση... Αισθάνομαι λίγο περίεργα για τούτο το ντοκιμαντέρ της Νικόλ Αλεξανδροπούλου. Μάλλον επειδή ήμουν κι εγώ ΕΚΕΙ. Όχι από το 1975, ακριβώς, λίγα χρόνια αργότερα, πριν γυρίσει εκείνη η «καταραμένη» δεκαετία του ’80. Από τον Τραβόλτα στους πρώτους δίσκους των Police κι ύστερα, σαν κεραμίδα στο κεφάλι, στο «Remain in Light» των Talking Heads. 1980, δαγκωτό. Δεν έχω σκοπό να σας πω κι εγώ την ηλικία μου (σχεδόν με τον τρόπο με τον οποίο «θίγεται» κι ο Πετρίδης στο φιλμ), όχι από κόμπλεξ και δειλία, αλλά για να αποφευχθούν σχόλια του στιλ «Σιγά, μωρέ μαλάκα, που άκουγες και Talking Heads στα τόσα...»! Τολμώ, όμως, να εξομολογηθώ πως ο Γιάννης Πετρίδης με έμαθε ΠΩΣ ν’ ακούω μουσική. Πως ν’ αδιαφορώ για τα σύνορα των ειδών, πως ν’ αποτολμώ τις βουτιές στο αρτίστικο έως και το πειραματικό, πως να μη λερώνομαι από το εποχικό trash, πως να μη φοβάμαι το Billboard, πως να «ντύνω» τα τραγούδια με ένα τεράστιο ντόμινο από trivia.

Μοιραία, λοιπόν, το «Once in a Lifetime» σήμαινε για μένα μια άλλου τύπου πρόκληση, ελαφρά συγκινησιακή, μαζί με μια ελπίδα πως οι σημερινοί νεολαίοι και πιθανοί μελλοντικοί ακροατές του Πετρίδη να πάρουν μια ιδέα του τι έχασαν εδώ και μερικές δεκαετίες. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα της δουλειάς της Αλεξανδροπούλου, χωρίς να εκθέτει το «θέμα» της, καταφέρνει να δώσει αποτυχημένες απαντήσεις σε όλα τα αρχικά ερωτήματα. Η αίσθηση πως ο Πετρίδης δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένας επιπλέον καλεσμένος εκ των «ειδικών», οι οποίοι αραδιάζουν σκόρπιες τοποθετήσεις πάνω σε περιόδους και είδη - σταθμούς στο rock, γίνεται άμεσα αντιληπτή και σε κάνει να αισθάνεσαι γελασμένος, διότι με άλλες προσδοκίες έφθασες ως τη θέση του θεατή.

Ακόμη, όμως, κι αν το χρεώσουμε σε κάποια παραπληροφόρηση (για εμπορικούς λόγους), το φιλμ εξακολουθεί να υφίσταται και να μην αιτιολογεί ουσιωδώς τους λόγους ύπαρξής του. Η αφήγηση σχετικά με τα δρώμενα στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του ’60 μέχρι σήμερα, πελαγοδρομεί σε αναφορές και αναζητήσεις, μπερδεύοντας μουσικά κινήματα, πολιτική και lifestyle, συχνά σε έναν ανισόρροπο συσχετισμό με τις εξελίξεις στις ΗΠΑ (λες και η χώρα μας αποτελούσε αποκομμένη Πολιτεία...). Όσο εξελίσσεται η δράση του Γιάννη Πετρίδη στα μουσικά πράγματα (με το Ποπ & Ροκ ή τη δισκογραφική Virgin), τόσο πιο χαοτική γίνεται και η μορφή του ντοκιμαντέρ, το οποίο επιτρέπει μέχρι και στον Πέτρο Κωστόπουλο (ανάμεσα σε μια σουρεάλ κολεκτίβα σχολιαστών) ν’ ανάβει την πουράκλα του και να μας κάνει παρελθοντικά «μαθήματα» jazz ρεπερτορίου, λες και ο ερχομός του ιδιωτικού ραδιοφώνου επιτέλεσε έργο ιερό (το οποίο εν καιρώ θυσίασαν οι εργοδότες και επιχειρηματίες εις τον βωμό του playlist και της διαφήμισης, αμήν)!

Το τελευταίο μέρος του «Once in a Lifetime» διχάζει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, καθώς ο Γιάννης Πετρίδης ξεναγεί τη σκηνοθέτιδα (και εμάς) σε μια «τσόντα» από road trip Λος Άντζελες - Σαν Φρανσίσκο, με παντελώς τυχαίες στάσεις (από τους Doors και τους U2, μέχρι το χιτσκοκικό «Vertigo» και τον Κέρουακ!). Από τη στιγμή που και η ίδια η Νικόλ Αλεξανδροπούλου δηλώνει πως δεν γνώριζε και πολλά για τον Πετρίδη προτού ασχοληθεί με αυτό το ντοκιμαντέρ, ίσως θα ήταν πιο τίμιο να βλέπαμε μονάχα την ανάπτυξη του road trip που κάνουν μαζί, όσο «τουριστικό» και να’ βγαινε το αποτέλεσμα. Αντ’ αυτού, έχουμε μια ταινία που δεν κολακεύει σαν τέχνη το είδος της, δεν είναι ικανή να μας μάθει έστω και τα τυπικά για τη σημαντικότερη μορφή που πρόβαλε το ξένο μουσικό ρεπερτόριο στη χώρα μας (ραδιοφωνικά και όχι μόνο) και ούτε το ρόλο του διδασκάλου της Ιστορίας του rock (σε λιγότερο από μιάμιση ώρα;) καλύπτει επαρκώς. Με άλλα λόγια, αν έβγαινε on air, θα έπαιζε κομμάτια... στο γάμο του Καραγκιόζη και θα μικροφώνιζε πέρα από τα όρια του ανεκτού.

Ας ελπίσουμε πως κάποτε θα γίνει κι ένα σωστό ντοκιμαντέρ ΓΙΑ τον Πετρίδη, με ή χωρίς αυτόν (περισσότερο επειδή δεν είμαι σίγουρος για το αν θελήσει ποτέ να «ανοίξει» και να εκτεθεί ολοκληρωτικά ο Γιάννης...). Το αξίζει.

Once in a Lifetime [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Wednesday, September 09, 2009

Ψηλά στον Ουρανό [5/5]

Ένας 78χρονος μπαλονάς φουσκώνει όλη την πραμάτεια του και απογειώνει το σπιτικό του, για να εκπληρώσει το όνειρο της μοναδικής του αγάπης.

Έχω βαρεθεί να το λέω τα τελευταία χρόνια. Ναι, οι άνθρωποι της Pixar το έκαναν ξανά! Δες τη βαθμολογία επάνω κι ύστερα τρέξε άφοβα προς την πλησιέστερη αίθουσα, για ακόμη ένα αριστουργηματικό φιλμ, που τούτη τη φορά απευθύνεται περισσότερο από ποτέ στο ενήλικο κοινό, παίρνοντας μελαγχολικά ρίσκα στην αφήγηση, τα οποία σερβίρονται μέσω σεκάνς ανθολογίας που θα σου φέρουν δάκρια στα μάτια πριν καν σκεφτείς τι παρακολουθείς!

Θα μπορούσα να γράψω για ένα σωρό χαριτωμενιές που κρύβει το «Ψηλά στον Ουρανό». Για την απίστευτη ομοιότητα του κυρίου Καρλ Φρέντρικσεν με τον Ζάχο Χατζηφωτίου. Για τον τροφαντό και γκαφατζή πρόσκοπο σε αναζήτηση ενός father figure, που μονάχα το γέλιο καταφέρνει να προκαλέσει. Για τις καρδιές που κλέβει το σπάνιο κι εξωτικό πτηνό... Κέβιν (θα βγείτε από την αίθουσα και θα κρώζετε για ώρες!). Για την αγέλη των σκύλων του εξερευνητή, τα οποία μιλάνε σαν άνθρωποι χάρη στο υψηλών προδιαγραφών gadget - κολάρο τους. Για σκηνές δράσης που θα σε κάνουν να καρφώσεις τα δάχτυλα στο μπράτσο του καθίσματος απ’ το σασπένς. Για το σκηνοθετικό μεγαλείο των Πιτ Ντόκτερ και Μπομπ Πίτερσον, οι οποίοι εναλλάσσουν το γέλιο, τη συγκίνηση και την περιπέτεια με ένα σενάριο που στα χέρια άλλων θα ξεφούσκωνε πριν προλάβεις να δεις το ρολόι, απηυδισμένος. Για όλο αυτό το υπέροχο παραμύθι που μας αφηγούνται οι animated ταινίες, που ποτέ δε θα σταματήσουμε ν’ αποζητάμε, όποια δεκαετία του βίου μας κι αν διανύουμε. Όλα αυτά είναι προβλέψιμα για το είδος, μας είναι ευχάριστα κι ευπρόσδεκτα, γιατί μας θυμίζουν πως ήταν η επίσκεψη στο σινεμά, συνοδεία γονέων (χωρίς να το μεταφράζουμε σε παλιμπαιδισμό, προς Θεού)...

Το αληθινό θέμα του «Ψηλά στον Ουρανό» δεν το έχετε δει σε κανένα trailer, ούτε και το περιμένετε από μια «απλοϊκή», παιδική ή, έστω, οικογενειακή ταινία. Το εξωτικό, πέρα από κάθε ρεαλιστική εξήγηση ταξίδι του κυρίου Φρέντρικσεν αποτελεί μια αλληγορία για την πορεία του κάθε ανθρώπου σε τούτη τη ζωή, με τόσα κότσια που σε κολλάει στον τοίχο μαζί με την αυτοκριτική, τις επιδιώξεις, τις φοβίες και τα όνειρά σου! Τόσο ώριμα, δε, που θα έκανε τον κάθε Θόδωρο Αγγελόπουλο της υπαρξιακής δηθενιάς να πεθάνει από ντροπή.

Θέλω να είστε προετοιμασμένοι για το πρώτο δεκάλεπτο του φιλμ. Μας πάει πίσω στην παιδική ηλικία του Φρέντρικσεν, στη γνωριμία του με την Έλι, την αγαπημένη του μελλοντική σύζυγο κι αιώνια συντροφιά του (μιας και το σπίτι αποκτά την οντότητα της απούσας μορφής της, αφού εκείνη αφήσει την τελευταία της πνοή - αν όχι και μια «άγκυρα» ζωής, που ο ηλικιωμένος ήρωας σέρνει στο μεγαλύτερο μέρος του φιλμ). Σ’ αυτό το διάστημα, θα βιώσετε το πιο εκπληκτικό montage με θέμα τη ζωή ενός ζευγαριού, ίσως από καταβολής κινηματογράφου. Της ζωής που η καθημερινότητα καταπλακώνει με απρόσμενα εμπόδια, ταλαιπωρίες κάθε φύσης και μια μοίρα που δεν τους επιτρέπει να πραγματώσουν έναν «βίον ανθόσπαρτον». Τέσσερα λεπτά κρατάει αυτό το flashback, μονάχα. Χωρίς λόγια. Αλλά με ειλικρίνεια βασανιστική και λεπτομέρειες που ένα παιδί - θεατής δεν πρόκειται να κατανοήσει ποτέ. Γιατί το «Ψηλά στον Ουρανό», ουσιαστικά, μιλά για τη ζωή εκείνων που συνήθως κουβαλάνε τους «σπόρους» στα σινεμά. Γι’ αυτούς θα είναι μια γερή γροθιά η εμπειρία. Κι ύστερα, θα αφεθούν στο χρωματιστό, στο αλλόκοτο, στο ασφαλές ψέμα. Αλλά η ταινία δεν θα αποπροσανατολίζεται ποτέ από τον αληθινό της σκοπό. Με την πρώτη ευκαιρία, θα σου θυμίζει την πικρία, τη νοσταλγία για τα χαμένα, το φόβο του μετά, το τέλος που μπορεί, όντως, να βρίσκεται κάπου εκεί, ψηλά στον ουρανό...

Up [2009] / για το CINEMaD & το mftm